Ο μικρός θίασος του Φανούρη του Μέγα, που αποτελείται από τον ίδιο και τα δύο παιδιά του, τη Μαρίνα και τον Κώτσο, περιφέρεται από χωριό σε χωριό, δίνοντας παραστάσεις, συχνά με τη συνεργασία ενός κλόουν, του Μπαμπού. Σε ένα χωριουδάκι, ανάμεσα στους θεατές βρίσκεται κάθε βράδυ και μια τυφλή κοπέλα, η Δώρα, που περνά εκεί τις διακοπές της, και γίνεται φίλη με τον Κώτσο. Τη Δώρα ερωτεύεται ένας ντόπιος που σπουδάζει ιατρική, ο Πέτρος, και πηγαίνει να τη ζητήσει από τους γονείς της. Μαθαίνει ότι την υιοθέτησαν πριν δεκάξι χρόνια, μετά από ένα μοιραίο ατύχημα στο οποίο σκοτώθηκαν οι γονείς της, ενώ η ίδια τυφλώθηκε. Η Δώρα, αφού τα ακούει όλα αυτά, το σκάει από το σπίτι και ακολουθεί το θίασο. Οι γονείς της προσφεύγουν στην αστυνομία που την εντοπίζει, αλλά, όταν την βλέπουν να παίζει και να χαίρεται με τα παιδιά του Φανούρη, δεν την ενοχλούν. Παρακολουθούν διακριτικά το θίασο και, όταν η οικονομική κατάσταση του Φανούρη γίνεται ελεεινή, παρεμβαίνουν για να τον βοηθήσουν και να αναλάβουν τη μόρφωση των παιδιών του. Όσο για τον Πέτρο, είναι πάντα αφοσιωμένος στη Δώρα, θέλει να την κάνει γυναίκα του και να τη βοηθήσει να ξαναβρεί το φως της.